Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ταράτσα





«Το μουστάκι του Κώστα είναι ό,τι πιο άσχημο έχω δει στην ζωή μου» λέω και αφήνω άλλο ένα άδειο κουτί πίτσας στον πάγκο. 

«Δεν μπορούσα να τον κοιτάω όλο το βράδυ, φοβόμουν ότι θ’ αρχίσω να γελάω» απαντάει ο Αρτέμης ενώ μαζεύει πλαστικά ποτήρια σε μια σακούλα. Ήταν καλό πάρτι. Καλούτσικο. Βάζω κι άλλο κρασί.

«Με την Ιωάννα υποτίθεται ακόμα ότι δεν κάνουν σεξ κι ότι δεν το ‘χουμε πάρει όλοι χαμπάρι;»
«Νομίζω μου μαγάρισαν την τουαλέτα».

Ο Αρτ έκλεινε τα είκοσι ένα και τα γιόρτασε λιτά και απέριττα. Σκόπευε, δηλαδή, αλλά οι φίλοι έφεραν φίλους και οι άλλοι φίλοι δεν γούσταραν την μουσική και κάπου καταλήξαμε να ακούμε Πάολα. Κι ο γκόμενος-του-μήνα της Νατάσας έφερε την κιθάρα του. Καθαρή αγένεια. Ούτε το Wonderwall δεν έπαιξε.

«Θενξ που μ’ αφήνεις να μείνω, ρε. Δεν θα είχα ούτε να φάω αν έπαιρνα ταξί».

«Σοβαρός είσαι;» λέει και αδειάζει όσο κρασί έμεινε σε ένα σοβαρό ποτήρι κρασιού. Το μόνο σοβαρό ποτήρι που έχει. Ο Αρτ είναι σοβαρός με το κρασί του. «Βασικά χέσε το μάζεμα, πάμε να αράξουμε ταράτσα;»
ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: ΤΑΡΑΤΣΑ

«Είναι όμορφα εδώ πάνω» λέω. Ευτυχώς είχα φέρει ζακέτα.

«Δεν είναι όμορφα. Είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο! Έλα να δεις τα αμάξια!»

«Ακροφοβία. Καλά είμαι εδώ». Έχω κουρνιάσει σε μια γωνιά στον τοίχο, με την ζακέτα κουμπωμένη ως επάνω και το νεροπότηρο γεμάτο κρασί. Και κάτι μου φαίνεται αυθεντικό. Ήρεμο. Έχει ησυχία και δεν σκέφτομαι. Είναι από εκείνες τις στιγμές που θα μπορούσες να κοιμηθείς, λες και έχει πέσει αυλαία στην μέρα σου, υποκλίθηκες, χειροκρότημα, όλα αυτά. Κι εκεί που έχεις κουρνιάσει είναι σπίτι. Αλλά υποθέτω χάνω τα αμάξια. Ο Αρτ σκύβει στο κάγκελο και νιώθω να αναγουλιάζω. «Μην το κάνεις αυτό!»

«Χαλάρωσε, ρε μαλάκα, δεν θα πέσω».

«Είναι ψηλά».

Κάνει πίσω και κάθεται κάτω. «Απλά έχει ωραία θέα». 

Κοιτάω την θέα ψηλά. Μαύρος ουρανός. Ναι, σίγουρα τα αμάξια έχουν πιο πολύ ενδιαφέρον. Κατούρησα λίγο πάνω στον ενθουσιασμό του, άβολη ησυχία.

«Πόσο καιρό με ξέρεις;» ρωτάω ύστερα από λίγο.

«Μμμμμδύο; Δυόμισι χρόνια;»

«Μερικές φορές βγαίνω στο μπαλκόνι μου και κοιτάω κάτω. Στον δεύτερο μένω, αλλά κι αυτό με τρομοκρατεί. Και τις κακές μέρες σκέφτομαι πόσο εύκολο θα ήταν». Τα μάτια του Αρτ τώρα έχουν ανοίξει πλατιά κι έχει αφήσει το κρασί δίπλα του. Δεν κουνιέται. «Φυσικά δεν θα το ‘κανα ποτέ. Έχεις σκεφτεί ποτέ πως αν πεθάνεις, ότι θα ψάξουν το σπίτι σου; Η μάνα σου θα βρει τα προφυλακτικά στο συρτάρι με τα βρακιά, και θα ψάξουν το ιστορικό στον υπολογιστή σου. Ποτέ δεν βγαίνω στο μπαλκόνι με καθαρό ιστορικό». Πίνω μια γουλιά κρασί. Το πιο τρομακτικό είναι ότι δεν τρόμαξα τον εαυτό μου. Τρόμαξα όμως τον Αρτ, που δεν είχε λόγο να μάθει ότι φοβάμαι τα μπαλκόνια για περισσότερους λόγους απ’ τον νορμάλ κόσμο, που δυόμισι χρόνια με θεωρεί αρκετά κουλ για να είμαστε φίλοι. Φίλοι που δεν μιλάνε για αυτοκτονίες ή φίλοι που θα ‘πρεπε να έχουν μιλήσει για αυτοκτονίες αιώνες πριν; Είναι πάντα μια στιγμή στις φιλίες που λες, Ανοίγω τα χαρτιά μου, δες. Δεν έχω κέντα, είμαι ένα μάτσο σκατά, θες ακόμα να παίξουμε;

«Γιατί δεν μου μίλησες γι’ αυτό νωρίτερα;»

Στραβοκαταπίνω. Γιατί; Γιατί φοβάμαι συνέχεια πως όλοι γύρω μου είναι ένα βήμα πριν με στείλουν στον διάολο, συνέχεια νευριασμένοι για κάτι που ίσως έκανα και πως στην παραμικρή μου γκρίνια για κάτι, θα φανώ ο πιο εγωκεντρικός κι επιφανειακός μαλάκας στο σύμπαν. Γι’ αυτό. Κι επειδή προτιμώ, για κάποιο λόγο, δυο αυτοκτονικά λεπτά στο μπαλκόνι, αντί να μιλήσω και να τα βγάλω από μέσα μου. Ο Αρτ σηκώνεται κι έρχεται δίπλα μου. Μου γεμίζει το νεροπότηρο απ’ το κρασί του μέχρι επάνω. 

«Είμαι εδώ, οκέι;» λέει. Εγώ γνέφω. Πάω να χαμογελάσω, χαμογελάω λίγο πιο έντονα και αρχίζω να κλαίω. Και μετά είναι κλάμα μαζί με γέλιο, γιατί καταλαβαίνω ότι βγάζω κάτι θετικό αυτή τη στιγμή, αδειάζω. 

Σηκώνομαι όρθιος και περπατάω ως το κάγκελο. Μόλις άδειασα το ιστορικό μου, δεν έχω κάτι να φοβάμαι. Και κοιτάω κάτω, δέκα ορόφους κάτω. 

Τα αμάξια φαίνονταν απίστευτα. 

Πηγή: http://www.mycampus.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου